Οι καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου, εφόσον δεν είναι δεσμευμένες, αποδίδονται μαζί με τους τόκους τους σε πρώτη ζήτηση, εκτός από εκείνες που δεν θεωρούνται οριστικές, και για τις οποίες η Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή τους. Το εκάστοτε επιτόκιο ανά είδος λογαριασμού ορίζεται ελεύθερα από την Τράπεζα.
Ο τόκος για καταθέσεις σε μετρητά υπολογίζεται από την ημέρα της σχετικής κατάθεσης.
Αν ο καταθέτης καταθέσει συνάλλαγμα (εκτός μετρητών) ή αξίες για να εισπραχθούν και πιστωθούν στο λογαριασμό του, ο τόκος υπολογίζεται από την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την πραγματική ημερομηνία που η Τράπεζα εισέπραξε το συνάλλαγμα ή τις επιταγές ή άλλες αξίες. Από την ίδια εξάλλου ημερομηνία γίνεται οριστική η τυχόν προηγούμενη πίστωσή τους στο λογαριασμό του καταθέτη. Τυχόν έξοδα που κατέβαλε η Τράπεζα για την είσπραξή τους βαρύνουν τον καταθέτη.
Σε περίπτωση αναλήψεως ο τόκος υπολογίζεται μέχρι την προηγούμενη της αναλήψεως μέρα.
Ο υπολογισμός των τόκων των εντόκων λογαριασμών σε Ευρώ καθώς και στα περισσότερα ξένα νομίσματα γίνεται επί τη βάσει των πραγματικών ημερολογιακών ημερών, βάσει του έτους των 360 ημερών.
Ο λογισμός των τόκων κατά κατηγορία λογαριασμού γίνεται ως ακολούθως:
Σε περίπτωση, πάντως, που ο λογαριασμός εξοφληθεί νωρίτερα, οι τόκοι αποδίδονται μαζί με το κεφάλαιο κατά την εξόφληση.
Από τους τόκους παρακρατείται ο εκάστοτε προβλεπόμενος φόρος υπέρ του Δημοσίου.
Οι αντίστοιχες ετήσιες πραγματικές (effective) αποδόσεις των τόκων, εφόσον τα επιτόκια παραμείνουν σταθερά ή σημειώσουν αύξηση, βελτιώνονται κατά τι λόγω του ανατοκισμού των καταβληθέντων κατά τη διάρκεια του έτους τόκων.