ΓενικάΗ Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ «Markets in Financial Instruments Directive» (η «MiFID» όπως είναι η συνήθης χρησιμοποιούμενη σύντμηση) είναι μία εκ των οδηγιών της Ε.Ε. Η MiFID έχει θεσπισθεί πρός εναρμόνιση των νόμων και των κανονισμών που διέπουν τις αγορές των χρηματοπιστωτικών μέσων, δηλαδή τις επενδυτικές υπηρεσίες σε κινητές αξίες, στην ενιαία αγορά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, γνωστό ως «Ε.Ο.Χ.» (European Economic Area, the «EEA»). Ο Ε.Ο.Χ αποτελείται από τα κράτη μέλη της Ε.Ε. συν την Ισλανδία, τη Νορβηγία και το Λιχτενστάιν.
Η Οδηγία αυτή έχει ενσωματωθεί στο Ελληνικό Δίκαιο με τον Νόμο 3606/2007.
Η MiFID τίθεται σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2007.
Η MiFID έχει ως αντικειμενικό σκοπό την πρόσθετη προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών επενδυτικών υπηρεσιών. Πολλά από τα προβλεπόμενα της MiFID απλά υπογραμμίζουν την βέλτιστη πρακτική που πρέπει να ακολουθείται από μία εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Αυτό είναι σύμφωνο με την υπάρχουσα δέσμευση του Ομίλου HSBC για παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών πρός τους πελάτες του.
Η MiFID περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τον τρόπο που:
Οι απαιτήσεις της MiFID που θα έχουν άμεση επίδραση στους πελάτες μας είναι:
Είναι πιθανόν ότι δεν θα δείτε πολλές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο επικοινωνείτε και πραγματοποιείτε τις συναλλαγές σας γιατί πολλές από τις απαιτήσεις της MiFID είναι σύμφωνες με την υπάρχουσα δέσμευση και πολιτική μας για παροχή υψηλής ποιότητας εξυπηρέτησης πελατών.
Βάσει της MiFID, οι πελάτες κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες:
Ναι, έχετε το δικαίωμα να ζητήσετε την αλλαγή της κατηγοριοποίησής σας, σε μια κατηγορία που σας προσφέρει υψηλότερο επίπεδο προστασίας.
Ναι, με την προϋπόθεση ότι είστε σε θέση να ικανοποιήσετε ορισμένα κριτήρια, βάσει της MiFID, προκειμένου να κατηγοριοποιηθείτε ως «Επαγγελματίας πελάτης». Θα πρέπει να επισημανθεί ότι μία τέτοια αλλαγή θα σας στερήσει το υψηλότερο επίπεδο προστασίας που σας προσφέρει η MiFID.
Θα πρέπει να επικοινωνήσετε με τον Υπεύθυνο Διαχείρισης του λογαριασμού σας, ο οποιος θα σας δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Η Τράπεζα θα εξετάσει το γραπτό αίτημά σας και θα σας απαντήσει εγγράφως για την αποδοχή ή την απόρριψή του.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της MiFID, οι Τράπεζες και οι ΕΠΕΥ υποχρεούνται να παρέχουν στους πελάτες την βέλτιση εκτέλεση των εντολών τους, δηλαδή να λαμβάνουν όλα τα δυνατά μέτρα ώστε να επιτυγχάνουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση μίας εντολής. Ενδεικτικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στην εκτέλεση μίας εντολής είναι η τιμή, τα έξοδα, η ταχύτητα και η δυνατότητα εκτέλεσής της.
Η πολιτική που ακολουθεί μία Τράπεζα ή ΕΠΕΥ πρέπει να είναι καταγεγραμένη και να επανεξετάζεται κατά διαστήματα.
Η πολιτική Βέλτιστης Εκτέλεσης της HSBC περιλαμβάνει :
Στην επιστολή που σας έχει ταχυδρομηθεί, έχουμε συμπεριλάβει την περίληψη της πολιτικής μας για την Βέλτιστη Εκτέλεση και θεωρείται τεκμηριωμένη η αποδοχή της εάν δεν μας ειδοποιήσετε για το αντίθετο. Συνεπώς, δεν απαιτείται καμία πρόσθετη ενέργεια από μέρους σας.
Η MiFID υποχρεώνει τις Τράπεζες και τις ΕΠΕΥ να ενημερώνουν τους πελάτες τους για την πολιτική διαχείρισης που εφαρμόζουν για την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων που μπορεί να δημιουργηθούν κατά την παροχή διαφορετικών επενδυτικών υπηρεσιών.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η HSBC είχε ήδη υιοθετήσει μέτρα για την αναγνώριση και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, που ήταν πιθανόν να προκύψουν μεταξύ:
Στην επιστολή που σας έχει ταχυδρομηθεί, έχουμε συμπεριλάβει την περίληψη της πολιτικής μας για την Διαχείριση Σύγκρουσης Συμφερόντων. Διαφορετικά μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον Υπεύθυνο Διαχείρισης του λογαριασμού σας, ο οποίος θα σας δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Η MiFID εισάγει την έννοια της αξιολόγησης της καταλληλότητας και απαιτεί από τις επενδυτικές εταιρείες να διασφαλίζουν ότι οι οι επενδυτικές συμβουλές που παρέχουν είναι κατάλληλες για τους πελάτες τους. Για να είναι δυνατή η αξιολόγηση της καταλληλότητας, οι εταιρείες πρέπει για να λαμβάνουν ορισμένες πληροφορίες από κάθε πελάτη, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών στοιχείων, της προηγούμενης πείρας σε επενδυτικά προϊόντα, της ανοχής στον επενδυτικό κίνδυνο και των επενδυτικών στόχων των πελατών.
Η MiFID εισάγει επίσης την έννοια της αξιολόγησης συμβατότητας για συναλλαγές σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα. Οι Τράπεζες και οι Ε.Π.Ε.Υ. είναι υποχρεωμένες να αξιολογούν την συμβατότητα των συναλλαγών του πελάτη σε απλά επενδυτικά προϊόντα μόνον όταν ο πελάτης επιλέξει να πραγματοποιήσει συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία ενημερώθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Τράπεζας. Η Τράπεζα δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την συμβατότητα της επενδυτικής επιλογής του πελάτη σε περίπτωση όπου ο τελευταίος εκτελεί την συναλλαγή με δική του πρωτοβουλία, παρόλα αυτά η Τράπεζα οφείλει να ενημερώνει τον πελάτη για την απώλεια προστασίας που συνεπάγεται αυτή η πρωτοβουλία του.
Σύμφωνα με την MiFID, οι επενδυτικές εταιρείες είναι υποχρεωμένες να γνωστοποιούν στους πελάτες τους τους βασικούς όρους σχετικά με τις αμοιβές, τις προμήθειες και τις πιθανές αντιπαροχές χρηματικές ή μη.