HSBC Ιδιώτες

  • Σύνδεση

Αμοιβαίο κεφάλαιο

Μία κοινή περιουσία την οποία ελέγχει η εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων. Η περιουσία αυτή, η οποία διαιρείται σε μερίδια, αποτιμάται καθημερινά έτσι ώστε ο ενδιαφερόμενος που επιθυμεί να συμμετάσχει ή να εξαγοράσει αμοιβαίο κεφάλαιο, μπορεί αντίστοιχα να αγοράσει ή να πουλήσει μερίδια.

Ανώτατη τιμή πώλησης / Κατώτατη τιμή αγοράς

Η εντολή που δίνεται από τον πελάτη, η οποία θα εκτελεστεί μόνο εφόσον η τιμή της μετοχής κατά τη διαπραγμάτευση στο X.A. φτάσει αυτό το όριο.

Απόδοση

Η ποσοστιαία μεταβολή της τρέχουσας αξίας μιας επένδυσης σε σχέση με την τιμή κτήσης της.

Αρμπιτράζ

Τακτική που ακολουθούν μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές, αγοράς και πώλησης της ίδιας μετοχής σε διαφορετικά χρηματιστήρια, προκειμένου να κερδίσουν από τη διαφορά στην τιμή.

Αύξηση κεφαλαίου

Η τρέχουσα αξία της επένδυσης είναι μεγαλύτερη σε σχέση με την αξία κτήσης της επένδυσης. Δηλαδή, αν κάποιος ρευστοποιήσει κάτω από τέτοιες συνθήκες, θα πραγματοποιήσει υπεραξία.

Γενικός Δείκτης X.A.

Είναι ο δείκτης που απεικονίζει τη γενική τάση ανόδου ή καθόδου των τιμών των μετοχών του X.A. Επιλέγονται κάποιες μετοχές που αντιστοιχούν σε μεγάλο κομμάτι των συναλλαγών του X.A. και καθεμία από αυτές φέρει τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας. Ο δείκτης αυτός αναμορφώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα για να υπολογίζει όσο εύστοχα την πορεία του X.A.

Δευτερογενής αγορά

Απαρτίζεται από τίτλους οι οποίοι γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένα χρηματιστήρια και στην εξωχρηματιστηριακή αγορά, αφότου ολοκληρωθούν οι διαδικασίες στην πρωτογενή αγορά.

Διάθεση έκδοσης (Underwriting)

Ρύθμιση με την οποία παρέχεται προς μία εταιρία η εγγύηση ότι μία έκδοση μετοχών θα αντλήσει ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων. Οι ανάδοχοι της έκδοσης αναλαμβάνουν την εγγραφή για τυχόν τμήμα της έκδοσης το οποίο δεν θα καλυφθεί από το κοινό. Για την υπηρεσία αυτή χρεώνουν σχετική προμήθεια.

Δικαίωμα

Συμβόλαιο που δίνει το δικαίωμα (δεν υποχρεώνει) στον κάτοχό του να αγοράσει ή να πουλήσει ένα περιουσιακό στοιχείο μέσα σε μία δεδομένη χρονική περίοδο, σε προσυμφωνημένη τιμή.

Δικαιώματα προτίμησης

Νέες μετοχές που διατίθενται σε παλαιούς μετόχους με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο Μετοχικό Κεφάλαιο της εταιρίας και σε μία συγκεκριμένη τιμή διάθεσης.

Εισηγμένη εταιρία

Ανώνυμη εταιρία της οποίας οι μετοχές διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

Έκδοση κεφαλαιοποίησης

Έκδοση με την οποία κεφάλαια από το αποθεματικό μίας εταιρίας μετατρέπονται σε μετοχές για δωρεάν διάθεση στους μετόχους της εταιρίας.

Εκκαθάριση

Ημερομηνία (συνήθως τρεις ημέρες μετά την εντολή αγοράς ή πώλησης μετοχών) κατά την οποία ολοκληρώνονται οι διαδικασίες της μεταφοράς των μετοχών από τους αγοραστές στους πωλητές και παράλληλα η πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων.

Έκδοση νέων μετοχών

Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου είτε με μετρητά, είτε με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών ή υπολοίπων από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο και διανομή δωρεάν μετοχών.

Ενημερωτικό δελτίο

Έντυπο υλικό ενημέρωσης το οποίο εκδίδεται κατά την εισαγωγή μιας εταιρίας στο χρηματιστήριο. Περιέχει αναλυτικές πληροφορίες για τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας και τις μετοχές προς εισαγωγή, σύμφωνα με τους όρους εισαγωγής στο Χρηματιστήριο.

Επενδυτική εταιρία

Συλλογικό επενδυτικό κεφάλαιο με τη μορφή εισηγμένης εταιρίας που έχει στην κατοχή της ένα χαρτοφυλάκιο μετοχών για λογαριασμό των ίδιων των μετόχων. Επειδή η ίδια η επενδυτική εταιρία είναι εισηγμένη εταιρία, οι μετοχές της μπορούν να αγοράζονται και να πωλούνται με τον συνήθη τρόπο.

Εταιρία μέλος

Επενδυτική εταιρία, μέλος του Χρηματιστηρίου, στην οποία επιτρέπεται να πραγματοποιεί συναλλαγές μετοχών στην αγορά του Χρηματιστηρίου για λογαριασμό των πελατών της ή για λογαριασμό της ίδιας.

Ίδια κεφάλαια

Είναι η καθαρή θέση μίας επιχείρησης που αποτελείται από το μετοχικό κεφάλαιο, τα αποθεματικά της επιχείρησης και τα παρακρατηθέντα κέρδη.

Ιδιωτικοποίηση

Μετατροπή μίας εταιρίας κρατικής ιδιοκτησίας σε εταιρία ιδιωτικού τομέα. Η μετατροπή αυτή συχνά συνοδεύεται από πώληση των μετοχών της στο κοινό.

Καθαρή τιμή μεριδίου

Προκύπτει από τη διαίρεση της αξίας της περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου (ενεργητικό) με το συνολικό αριθμό των μεριδίων εκείνης της ημέρας. Η HSBC αναρτά σε καθημερινή βάση τις καθαρές τιμές των μεριδίων όλων των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαθέτει.

Λόγος τιμής προς κέρδη ανά μετοχή (P/E)

Δείκτης που αντιπροσωπεύει την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι επενδυτές σε μία μετοχή. Αυτό που ισχύει γενικά, είναι ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερη είναι και η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Ισούται με το πηλίκο της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής προς τα κέρδη ανά μετοχή, της τελευταίας οικονομικής χρήσης.

Μερίδια

Το μέρος της καθαρής περιουσίας του αμοιβαίου κεφαλαίου που αναλογεί σε κάθε επενδυτή.

Μέρισμα

Μέρος των καθαρών κερδών της εταιρίας το οποίο διανέμεται στους μετόχους.

Μερισματική απόδοση μετοχής

Δείχνει πόσο συντηρητική είναι η μερισματική πολιτική που ακολουθεί μία εταιρία. Η μερισματική απόδοση έχει νόημα υπό τον όρο ότι, μετά την αποκοπή του μερίσματος από την τιμή της μετοχής, η τιμή της μετοχής θα επανέλθει στα προ αποκοπής της επίπεδα.

Μετοχή

Αντιστοιχεί σε ένα μερίδιο στην ιδιοκτησία μίας ανώνυμης εταιρίας. Εκδίδεται ως κοινή μετοχή, προνομιούχα, ονομαστική και ανώνυμη.

Ομόλογο

Μορφή επένδυσης με την αποπληρωμή του κεφαλαίου να πραγματοποιείται στη λήξη της επενδυτικής περιόδου. Ένα ομόλογο μπορεί να έχει είτε σταθερό είτε κυμαινόμενο επιτόκιο, στα κουπόνια που πληρώνει ανά συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα.

Παραστατικό δικαιώματος κτήσης μετοχών

Ένα μακροπρόθεσμο προαιρετικό δικαίωμα αγοράς ενός συγκεκριμένου αριθμού κοινών μετοχών σε ορισμένη τιμή. Η τιμή αυτή γενικά ονομάζεται τιμή άσκησης.

Πρωτογενής αγορά

Εκεί εισάγονται για πρώτη φορά τα χρεόγραφα, οι ομολογίες και οι νέες εκδόσεις χρεογράφων. Η αρχική πώληση χρεογράφων γίνεται από τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς φορείς που έχουν το ρόλο του αναδόχου (underwriters).

Ρευστότητα

Η δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης (μετατροπής σε μετρητά) μιας επένδυσης.

Συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης

Συμβόλαια για αγορά ή πώληση συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού τίτλου, σε προκαθορισμένη μελλοντική ημερομηνία και τιμή.

Συντελεστής β (beta)

Εκφράζει το βαθμό προσδοκώμενης μεταβολής στην τιμή μιας μετοχής, κατά μία ποσοστιαία μονάδα, σε σχέση με τη μεταβολή του γενικού δείκτη του χρηματιστηρίου.

Τιμή διάθεσης

Είναι η τιμή στην οποία μπορούν οι πελάτες να αγοράσουν αμοιβαία κεφάλαια ή μετοχές.

Τιμή εξαγοράς

Η τιμή στην οποία μπορεί ο ενδιαφερόμενος να εξαγοράσει την επένδυσή του.

Τιμή κλεισίματος ημέρας

Είναι η τιμή της μετοχής στην οποία έγινε η τελευταία αγοραπωλησία πριν το κλείσιμο της συνεδρίασης του X.A.

Χαρτοφυλάκιο

Επιλογή πολλών και διαφορετικών μορφών επένδυσης, που σκοπό έχουν την ελαχιστοποίηση του κινδύνου.

Χρεόγραφα

Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για χρηματιστικά μέσα στα οποία μπορεί να επενδύσει ένας ενδιαφερόμενος, όπως μετοχές, ομόλογα ή μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων.

Χρηματιστηριακή εταιρία

Εταιρία μέλος του χρηματιστηρίου, η οποία προσφέρει συμβουλές και υπηρεσίες συναλλαγών στο κοινό, ενώ μπορεί να πραγματοποιεί συναλλαγές και για δικό της λογαριασμό.

Bear market

Εκφράζει τη συνεχή καθοδική τάση της αγοράς.

Bid-Ask Spread

Το spread είναι η διαφορά (το άνοιγμα) μεταξύ της μέγιστης τιμής αγοράς (bid) και της ελάχιστης τιμής πώλησης (ask) που δημιουργείται από αγοραστές και πωλητές σε μία χρονική στιγμή.

Blue Chip

Είναι η μετοχή μιας εταιρίας με μεγάλη χρηματιστηριακή αξία και σημαντική ρευστότητα.

Broker/dealer

Νομικό ή φυσικό πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να εκτελεί χρηματιστηριακές και γενικότερες επενδυτικές συναλλαγές.

Bull market

Είναι η συνεχής ανοδική τάση της αγοράς.

Flotation

Ο αριθμός των κυκλοφορούντων μετοχών μιας εταιρίας.

Free float

Ο αριθμός των μετοχών που διακινείται εύκολα μέσω του X.A. και δεν ανήκει στους βασικούς μετόχους της εταιρίας, οι οποίοι κατά κανόνα δεν πουλάνε εύκολα τις μετοχές τους.

Split

Η ταυτόχρονη μείωση της ονομαστικής αξίας της μετοχής με την αύξηση του αριθμού των μετοχών προκειμένου να γίνει περισσότερο εμπορεύσιμη.

Underwriter

Όταν οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικοί φορείς αναλαμβάνουν το ρόλο του αναδόχου, καλύπτοντας ένα κομμάτι της έκδοσης μιας δημόσιας εγγραφής που συνδυάζεται με την εισαγωγή εταιρίας στο Χ.Α. επιχειρούν να πουλήσουν τις μετοχές στους πελάτες τους, αν όμως δεν τα καταφέρουν είναι υποχρεωμένοι να αγοράσουν οι ίδιοι τις αδιάθετες μετοχές στην τιμή έκδοσης.

Σε μία δημόσια εγγραφή που συνδυάζεται με την εισαγωγή μίας εταιρίας στο X.A., μία τράπεζα ή χρηματιστηριακή εταιρία αναλαμβάνει να καλύψει ένα κομμάτι της έκδοσης πουλώντας το στους πελάτες τους. Σε περίπτωση που δεν το καταφέρουν είναι υποχρεωμένοι να αγοράσουν τις αδιάθετες μετοχές στην τιμή έκδοσης.